Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

H τεχνική της στρουθοκαμήλου ή η τακτική των ίσων αποστάσεων.


Τα αστικά κόμματα και τα αστικά ΜΜΕ σε χαρακτηριστικό ενσταντανέ.
             

            Στο εξαιρετικό βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη με τον τίτλο «Θερμοί και Ψυχροί πόλεμοι» διαβάζουμε τον εξής εμπνευσμένο υπότιτλο: «Δημοκράτες και Κομμουνιστές εναντίον Φασιστών- Δημοκράτες και Φασίστες εναντίον Κομμουνιστών».  Και τα δύο αυτά σενάρια έχουν παιχτεί κατά τη διάρκεια του πολυτάραχων συγκρούσεων του 20ου αιώνα, που περιγράφει ο συγγραφέας στο βιβλίο του, και βέβαια συνεχίζουν να παίζονται.
Θερμοί και ψυχροί πόλεμοι
                Με τον όρο «Δημοκράτες» ο Βασίλης Ραφαηλίδης εννοεί την μεγάλη μάζα των ανθρώπων (είτε συντηρητικής είτε προοδευτικής κατεύθυνσης) που είναι περισσότερο  προσηλωμένοι στις αξίες της αστικής δημοκρατίας. Ο μεσαίος χώρος που η εκάστοτε ροπή του θα λέγαμε ότι παίζει τον πιο ρυθμιστικό ρόλο στις κατά καιρούς πολιτικές εξελίξεις.
                Σε κρίσιμες εποχές –όπως αυτή που ζούμε- όπου η αστική τάξη οδηγεί στη εξαθλίωση την μεγάλη μάζα των εργαζομένων προκειμένου να διατηρήσει τα πλούτη της, και αδυνατεί να της δώσει διέξοδο, η κοινωνία επιλέγει να αντιδράσει και να αμφισβητήσει την αστική κυριαρχία,  οπότε παρατηρούνται δύο φυγόκεντρα κοινωνικά ρεύματα .  
Το ένα ρεύμα στρέφεται προς τα αριστερά, διεκδικεί την κυριαρχία προς όφελος των πολλών, προς όφελος των εργαζομένων και εν τέλει ριζοσπαστικοποιείται. Το ρεύμα αυτό εκφράστηκε εκλογικά με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες εκλογές, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το κόμμα που έδειξε τα πιο μαχητικά αντιπολιτευτικά και ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά.
Υπάρχει όμως και το αντίπαλο ρεύμα που συμβαίνει σαν κοινωνική διεργασία ταυτόχρονα με το πρώτο. Τμήμα της κοινωνίας αντιδρά άτσαλα αποβλέποντας σε μικροαστικά οφέλη, χωρίς προσανατολισμό, εκφυλίζεται και εν τέλει εκφασίζεται. Αυτό εκφράστηκε εκλογικά με την άνοδο της νεοναζιστικής οργάνωσης Χρυσής Αυγής.
Τα δύο αυτά κοινωνικά ρεύματα εκφράστηκαν ως τάσεις ήδη από πέρυσι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, στις πλατείες της αγανάκτησης.  Είναι χαρακτηριστικός ο διαχωρισμός της «πάνω» και της «κάτω» πλατείας στην πλατεία Συντάγματος. Η «κάτω πλατεία» που ήταν η πιο επίμονη και η πιο παραγωγική έκανε καθημερινές ανοιχτές συνελεύσεις, συζητήσεις με διανοούμενους, συναυλίες και ζήτησε από το πολιτικό σύστημα περισσότερη δημοκρατία. Αντίθετα η «πάνω πλατεία» αρκέστηκε σε σποραδικές εμφανίσεις, επιδιδόμενη σε εκτονωτικές μούντζες και εθνικά συνθήματα για την ιδιότυπη κατοχή της χώρας. Έχουμε λοιπόν δύο αντίθετα ρεύματα που επιτίθενται στο κέντρο, αλλά βρίσκονται και σε ευθεία αντιπαράθεση μεταξύ τους.
 Σε τέτοιες ακραία πολωτικές συνθήκες λοιπόν, οι πολιτικοί φρουροί της αστικής νομιμότητας (κόμματα, παρατάξεις, φορείς, ΜΜΕ) καλούνται να παίξουν ένα ρυθμιστικό ρόλο. Και δυστυχώς, συνήθως αντιδρούν με περίσσεια υποκρισία και στρουθοκαμηλισμό. Καθώς τα συμφέροντα της αστικής κυριαρχίας απειλούνται, αυτοί επιλέγουν να κρατήσουν ίσες αποστάσεις από την αριστερά που ξεκάθαρα αγωνίζεται για ένα πιο δίκαιο κόσμο (με τα όποια λάθη και μικροαστικές αγκυλώσεις της) και τους φασίστες που πολύ συχνά είναι απλά εγκληματικές οργανώσεις του κοινού ποινικού δικαίου.  Με αυτό τον τρόπο νομιμοποιούν εμμέσως τον φασισμό αφού εξομοιώνουν την δράση του με τους κοινωνικούς αγώνες, και δευτερευόντως τον δυναμώνουν αφού τον απενοχοποιούν στη συνείδηση της μεγάλης μάζας. Για αυτό και ο φασισμός γίνεται αντιληπτός από την Αριστερά ως το μακρύ χέρι του συστήματος. Όταν η αστική κυριαρχία απειλείται από την Αριστερά, τα σκυλιά του φασισμού αναλαμβάνουν δράση.
Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση των αστικών κομμάτων στο πρόσφατο περιστατικό της χειροδικίας  του εκπροσώπου τύπου της Χρυσής Αυγής Κασιδιάρη, στις βουλευτίνες της αριστεράς Λιάνα Καννέλη (ΚΚΕ) και Ρένα Δούρου (ΣΥΡΙΖΑ).  Ο Αντώνης Σαμαράς δήλωσε : «Η βία (εννοώντας τον Κασιδιάρη) και η πρόκληση (εννοώντας τις Κανέλλη -Δούρου) είναι καταδικαστέες. Πρεπει να τις απομονώσουμε.»  Ο Βαγγέλης Βενιζέλος άφησε σαφής αιχμές για ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ για τα φαινόμενα αυτά, ενώ ο στενός του συνεργάτης  Γ.Δατσέρης συμπλήρωσε στον ρ/σ Real FM ότι «όταν καθοδηγείς τις συνιστώσες σου, επί μακρό χρονικό διάστημα, να ρίχνουν γιαούρτια και να προπηλακίζουν πολιτικούς και καλλιτέχνες, όταν δεν εκδίδεις ανακοίνωση για τους τρεις νεκρούς της Μαρφίν , κάποτε έρχεται και η σειρά σου». (σημείωση: Ο κύριος Δατσέρης προφανώς δεν μπήκε στον κόπο να ψάξει την από 6/5/2010 ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ για τους νεκρούς της Μαρφίν, και αντιλαμβάνεται γαλακτοκομικά τους αγώνες της Αριστεράς!!).  Σε πλήρη αντιστοίχιση ο Γ.Ψαριανός της ΔΗΜ.ΑΡ. στην πεντάλεπτη τηλεφωνική παρέμβαση του στον ρ/σ ΑΝΤ1 FM μίλησε για την βία των Χρυσαυγιτών που εκπορεύεται εξολοκλήρου από την Αριστερά, ενώ στο ίδιο κλίμα ο Ν. Μπίστης της ΔΗΜ.ΑΡ. σε άρθρο του στο protagon.gr έγραψε για τις ευθύνες της Αριστεράς.  (σημείωση: Είναι απορίας άξιο πως βουλευτές της «αριστεράς» δεν αφιερώνουν ούτε μία λέξη για τις ευθύνες της εξουσίας στον εκφασισμό μέρους της κοινωνίας μας!) Κλείνοντας, η ανακοίνωση του «Δράση-Δημιουργία Ξανά» , συνεπής στο νεοφιλελεύθερο δόγμα που εξισώνει τον κομμουνισμό με τον φασισμό, μίλησε για «επικίνδυνα στοιχεία της δεξιάς και της αριστεράς».  
Ιστορικά η τακτική των ίσων αποστάσεων από την αριστερά και τους φασίστες είχε τραγικά αποτελέσματα. Ας θυμηθούμε την τακτική αυτή κατά την οικονομική κρίση του μεσοπολέμου, όπου η καταρρέουσα δημοκρατία της Βαϊμάρης άνοιξε την πόρτα στον Χίτλερ, ή την τραγική ουδετερότητα των αστικών δημοκρατιών στον Ισπανικό εμφύλιο που τελικά εδραίωσε τον Φράνκο. ‘Η σε ένα πιο κοντινό μας παράδειγμα, ας θυμηθούμε τις κεντρώες δυνάμεις του τόπου που μετά την απελευθέρωση κράτησαν ίσες αποστάσεις από τους αντάρτες που αντιστάθηκαν στον κατακτητή και από τους δωσιλόγους ταγματασφαλίτες που εν τέλει αποτέλεσαν την Βασιλική Χωροφυλακή και έγιναν οι ταγοί της νέας εθνικοφροσύνης του μετεμφυλιακού κράτους.
Κοινωνιολογικά  είναι φανερό πως όταν εκφυλίζεται το κοινωνικό κράτος και σπάει η ταξική συναίνεση, εκφυλίζεται ο δημόσιος βίος και λόγος.  Σε αυτό τον εκφυλισμό θα υπάρξουν και άτσαλες χλευαστικές αντιδράσεις όπως τα γιαούρτια και τα γιουχαΐσματα και οι μούντζες. Όταν όμως η αστική εξουσία (κόμματα και ΜΜΕ) αρνείται επίμονα αριστερόστροφες λύσεις που θα κατευνάσουν αυτή την οργή και θα απαλύνουν τον κοινωνικό πόνο, όταν λέει στο κόσμο ότι η εξαθλίωση του είναι μονόδρομος, όταν κουνά επικριτικά το δάχτυλο της στον κόσμο  για την άτσαλη συμπεριφορά του, όταν η κυρίαρχη ανάλυση για αυτό που μας συμβαίνει είναι του τύπου «κάποια λαμόγια σου φάγανε τα λεφτά, και τώρα καλείσαι να πληρώσεις» και παραβλέπει τις πραγματικές δομικές αιτίες που οδήγησαν στην κρίση , τότε ο κόσμος που δεν έχει τα εργαλεία σκέψης της Αριστεράς, εξαγριώνεται, θέλει να λιντσάρει «τα λαμόγια που τον κλέψανε» και εν τέλει εκφασίζεται. 
Η Ριζοσπαστική Αριστερά πρέπει να συνεχίσει να αποκαλύπτει τις πραγματικές ευθύνες της εξουσίας και για την κρίση αλλά και για τον εκφασισμό του κόσμου, με θάρρος και σε πείσμα των μυωπικών καιρών, συμφωνά με την ενδελεχή ανάλυση της πλούσιας διανοητικής της παράδοσης,  όπως έκανε στην νεολαιίστικη εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008. Τότε η Ριζοσπαστική  Αριστερά είπε ότι  πρέπει να αφουγκραστούμε αυτό τον κόσμο που αντιδρά άτσαλα και βίαια, είπε ότι δεν έχουμε δικαίωμα να κρύψουμε κάτω από το χαλί το πρόβλημα της κλιμακούμενης εξαθλίωσης, της καταπίεσης της νεολαίας, της μητροπολιτικής βίας. Και φυσικά το πλήρωσε από όλους αυτούς που ενεργώντας αυτιστικά προτιμούν να κάνουν ότι δεν βλέπουν το πρόβλημα, και κατηγόρησαν την Αριστερά ότι προσφέρει πολιτικό άλλοθι στο σπάσιμο της βιτρίνας. Η αυτιστική στάση του αστικού κόσμου θεωρώ ότι εκπορεύεται κυρίως από την πολιτική της ανεπάρκεια να ερμηνεύσει τα σύγχρονα φαινόμενα, παρά από μικροκομματικούς σκοπούς. Για αυτό άλλωστε προτιμά να λύνει τέτοια προβλήματα με καταστολή παρά με πρόληψη.
Η Αριστερά λοιπόν εκφράζει την ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας αυτή τη στιγμή, που συμβαίνει δυστυχώς ταυτόχρονα με τον εκφυλισμό της. Θα δούμε πιο από τα δυο ρεύματα που θα νικήσει, αλλά η Αριστερά είναι η μόνη που έχει το αντίδοτο για να αποφύγουμε αυτό τον εκφυλισμό. Ο αστικός κόσμος μπορεί να συνεχίσει να στρουθοκαμηλίζει, να ερμηνεύει τα φαινόμενα αυτιστικά, αλλά δυστυχώς αυτή θα είναι μια εγκληματική στάση που θα πληρώσουμε όλοι...

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Το τέλος ή το μνημόσυνο της μεταπολίτευσης;


Συχνά τον τελευταίο καιρό ακούμε να χρησιμοποιείται από τηλεοπτικούς κυρίως  πολιτικούς σχολιαστές το απλοϊκό –κατά την άποψή μας- σχήμα για το περίφημο «τέλος της μεταπολίτευσης».  Η φράση χρησιμοποιείται συνήθως, για να περιγράψει τη δύσκολη εκλογικά θέση, στην οποία βρίσκονται τα δύο μεγάλα κόμματα , που διαχειρίστηκαν την εξουσία από το 1974, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και της ταύτισής τους με τις πολιτικές της λιτότητας και των μνημονίων. Παραδοσιακοί τους ψηφοφόροι τους γυρνάνε την πλάτη και μετακινούνται οριζόντια και μάλιστα σε  αντιστοιχία προς την ένταση των εκάστοτε οικονομικών μέτρων . Αυτό δημιουργεί την εικόνα ενός καταρρέοντος πολιτικού συστήματος, όπως το γνωρίσαμε, δηλαδή με την εναλλαγή δυο σχηματισμών –κεντροδεξιάς και κεντροαριστερής ροπής- στην εξουσία.
Ωστόσο, αν θέλουμε η ανάλυση μας να μη στέκεται μυωπικά μόνο στα ποσοστά των κομμάτων, νομίζω πως η χρήση της επίμαχης φράσης  «τέλος της μεταπολίτευσης» είναι φτωχή για να περιγράψει τη ριζοσπαστικοποίηση απο τη μια και τον αποπροσανατολισμό από την άλλη σημαντικών κομματιών της κοινωνίας, που συντελούνται αυτή τη στιγμή.  Για την ακρίβεια δεν είναι μόνο φτωχή αλλά και ετεροχρονισμένη, γιατί περιγράφει κάτι, που συντελέστηκε στη χώρα πριν 20 χρόνια.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με μια χρονική σειρά. Σαν μεταπολίτευση χαρακτηρίστηκε η εποχή μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών το 1974 και το πέρασμα στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Η εποχή της μεταπολίτευσης είχε κατά την άποψη μας δύο κύρια χαρακτηριστικά: 1) Οι πολιτικοί χώροι εμφάνιζαν μεταξύ τους πιο άκαμπτες και σαφείς ιδεολογικές γραμμές. 2) Μέρος της κοινωνίας προερχόμενο από την Αριστερά (και όχι μόνο), που βγήκε από το περιθώριο της δικτατορίας και ολοένα μεγάλωνε, εξέφρασε την ανάγκη να ξεπεραστεί οριστικά το μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς. Το πρώτο χαρακτηριστικό διευκόλυνε πολύ κόσμο να στραφεί προς τους κομματικούς και συνδικαλιστικούς σχηματισμούς, που διαμορφώνονταν τότε, και εν τέλει διευκόλυνε τη δημιουργία των δύο κομμάτων εξουσίας.  Το δεύτερο χαρακτηριστικό βοήθησε  να στηθεί ένα κοινωνικό κράτος χωρίς πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων. Η Ελλάδα της εποχής εκείνης υστερούσε σημαντικά σε καίριους τομείς του κοινωνικού κράτους, κάτι που η Ευρώπη είχε αρχίσει να κατακτά ήδη από τη μεταπολεμική περίοδο, όταν στην ψυχροπολεμική Ελλάδα οι απόγονοι του δωσιλογισμού αναλάμβαναν να χτίσουν τη  νέα εθνικοφροσύνη.
Μπορούμε να πούμε, λοιπόν, ότι το πρώιμο ΠΑΣΟΚ εξέφρασε το ριζοσπαστισμό της κοινωνίας της εποχής του (και εκεί εξαντλούνται οι όποιες ομοιότητες με το ΣΥΡΙΖΑ της εποχής μας), και δημιούργησε κακήν κακώς ένα στοιχειώδες κοινωνικό κράτος, αυτό, που απολαμβάναμε μέχρι σήμερα.  Η σταδιακή ατόνηση αυτού του ιδεολογικού φορτίου, δηλαδή του κοινωνικού ριζοσπαστισμού, και το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ δεν ολοκλήρωσε το μετασχηματισμό της κοινωνίας, έδωσαν το περιθώριο να αναπτυχθεί ένας πλατύς μικροαστισμός με το ΠΑΣΟΚ να μεταλλάσσεται στο όχημα προς μια εποχή ατομισμού, λαιφστάιλ μικρομεγαλισμού, μικροκομματικών συμφερόντων και εν τέλει προς  την πλήρη απαξίωση του κοινωνικού κράτους και των κατακτήσεών του.  Όλα αυτά βέβαια μέσα σε ένα αντίστοιχο διεθνές περιβάλλον, που εμφάνιζε τις ίδιες τάσεις.
Κομβικό σημείο σε αυτή τη διαδρομή αποτέλεσε η κατάρρευση των Σοβιετικών Δημοκρατιών.  Πολλοί άνθρωποι, που πίστεψαν σε ένα διαφορετικό, πιο δίκαιο κόσμο, κοίταξαν τρομαγμένοι πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα και έστρεψαν το κεφάλι απογοητευμένοι.  Στοχαστές μίλησαν για το «τέλος της Ιστορίας», για την οριστική επικράτηση του φιλελευθερισμού και την ήττα του σοσιαλισμού ως ασύμβατου με το ανθρώπινο είδος. Σε αυτό το περιβάλλον οι δυτικές δημοκρατίες έβαλαν στο φουλ τις μηχανές του νεοφιλελευθερισμού ακολουθώντας το παράδειγμα των προπατόρων Ρέιγκαν- Θάτσερ,  και οι αναβαπτισμένοι πλέον σοσιαλδημοκράτες αποδείχθηκαν πολύ πιο αποτελεσματικοί από τους δεξιούς στην εφαρμογή του νεοφιλελευθερισμού. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε αυτή τη διαδικασία το ρεύμα του εκσυγχρονισμού έδωσε το ιδεολογικό προφίλ, που χρειαζόταν. Η παραγωγή πολιτικής από τους τεχνοκράτες είναι η ουσία της σκέψης των εκσυγχρονιστών, που πίστευαν ότι η πολιτική διαμάχη έληξε με την οριστική ήττα του σοσιαλισμού το ‘89, οπότε αυτό, που χρειάζονται οι κοινωνίες, είναι τεχνοκράτες πολιτικοί να βάλουν μια τάξη. Κάπου εκεί μπορούμε να πούμε πως το τέλος της μεταπολίτευσης στην Ελλάδα είχε ήδη συντελεστεί, αφού η κοινωνία είχε απωλέσει πια τα χαρακτηριστικά της μεταπολίτευσης, που περιγράψαμε παραπάνω. 
Τι μας έμεινε από αυτή την εποχή; 1) Κάποιες κοινωνικές δομές (κακοφτιαγμένες συχνά), που ο νεοφιλελευθερισμός σήμερα  προσπαθεί να καρπωθεί για να ξεπεράσει την κρίση του. 2) Μικροαστικές αντιλήψεις, που γιγαντώθηκαν στα μετέπειτα χρόνια της αποθέωσης του ατομισμού. Σε αυτές τις  μικροαστικές αντιλήψεις, που η δεξιά θεωρεί σύμφυτες με το συνδικαλισμό, στηρίζεται το ιδεολόγημα ακροδεξιάς προέλευσης, που στις μέρες μας έχει περάσει σαν αστικός μύθος και στο μεσαίο χώρο «περί ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς»,  που δήθεν έφτασε τη χώρα στα τάρταρα.  Όμως η Αριστερά δεν είναι αυτό, είναι η υπεράσπιση των κοινωνικών δομών και το σπάσιμο του μικροαστισμού-ατομισμού προς όφελος του κοινού καλού. Και αυτή τη στιγμή η Αριστερά έχει μια σημαντική ευκαιρία να εκφράσει τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό του σήμερα, που θέλει να βάλει φρένο στις ανεξέλεγκτες αγορές, να υπερασπίσει τον άνθρωπο και το περιβάλλον από την κερδοσκοπία. Ο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει τώρα αυτή τη διάθεση της κοινωνίας και είναι στο χέρι του να ολοκληρώσει αυτό, που ήδη έχει ξεκινήσει (με τις όποιες διεθνείς αγκυλώσεις), αλλιώς ούτε σ’ εμάς θα το συγχωρήσει η ιστορία....